Κομισιόν: Πρέπει να αναπροσαρμοστεί το χρέος και οι Έλληνες να θέλουν το Μνημόνιο

Κομισιόν: Πρέπει να αναπροσαρμοστεί το χρέος και οι Έλληνες να θέλουν το Μνημόνιο

Του Αδάμ Γιαννίκου

Μετά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκφράζει κι αυτή σοβαρές ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους σε έκθεσή της που δημοσιεύτηκε σήμερα και στην οποία οι Βρυξέλλες προειδοποιούν ότι θα απαιτηθεί σημαντικός επανασχεδιασμός του προφίλ του χρέους με την προϋπόθεση ότι η Αθήνα θα εφαρμόσει ένα αξιόπιστο πρόγραμμα, θα δεσμευτεί στις μεταρρυθμίσεις και η κοινή γνώμη στην Ελλάδα θα τις υιοθετήσει.

Αναγνωρίζοντας ότι η επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων έχει επιβραδύνει σημαντικά την ελληνική οικονομία, η Κομισιόν προβλέπει ότι το 2022 το χρέος θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα της τάξης του 150% του ΑΕΠ. Στην έκθεση του Απριλίου του 2014, η Κομισιόν εκτιμούσε ότι το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα ανέλθει στο 125% το 2020 και στο 112% το 2022. Με τις νέες εκτιμήσεις, τα νούμερα αυτά αναθεωρούνται προς τα πάνω στο 165% το 2020, στο 150% το 2022 και στο 111% το 2030. Αυτό είναι το καλό σενάριο, γιατί στο κακό σενάριο, οι προβλέψεις κάνουν λόγο για 187% το 2020, 176% το 2022 και 142% το 2030. Η έκθεση της Κομισιόν συντάχθηκε σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις 10 Ιουλίου, μετά το αίτημα της Ελλάδας προς τον ESM για νέο δάνειο.

Ως προς το ζήτημα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους η Κομισιόν συμπεραίνει στη σχετική παράγραφο ότι «ένας πολύ σημαντικός επανασχεδιασμός (reprofiling), όπως είναι η σε μάκρος επέκταση των ωριμάνσεων σε παλιά και νέα δάνεια, η μείωση των επιτοκίων και η χρηματοδότηση με επιτόκια σε επίπεδα αξιολόγησης ΑΑΑ θα διασκεδάσουν αυτές τις ανησυχίες από πλευράς χρηματοδοτικών απαιτήσεων, παρόλο που αφήνουν ακόμα την Ελλάδα με πολύ υψηλό δείκτη χρέους προς ΑΕΠ για μεγάλη χρονική περίοδο».

Στην έκθεση τονίζεται για άλλη μια φορά ότι οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσω ενός μεγάλης κλίμακας και αξιόπιστου προγράμματος μεταρρυθμίσεων.

Για τον ίδιο σκοπό, η Κομισιόν ζητά πλήρη επαναφορά των συμφωνιών δανειοδότησης, καθώς μόνο τότε θα χορηγηθούν μέτρα περιορισμού του χρέους, αν και εφόσον έχει αποδειχθεί η δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης για την πραγματοποίηση των μεταρρυθμίσεων.

Σ” αυτό το σημείο γίνεται και η πιο ενδιαφέρουσα τοποθέτηση, καθώς η Κομισιόν δεν ζητά μόνο την εφαρμογή του τρίτου μνημονίου αλλά -για την αντιμετώπιση των ανησυχιών περί βιωσιμότητας- απαιτεί από την ελληνική κυβέρνηση να ενστερνιστεί το πρόγραμμα, ή όπως γράφει χαρακτηριστικά οι ελληνικές αρχές να επιδείξουν ισχυρή «κυριότητα («ownership») για ένα τέτοιο πρόγραμμα».

Δηλαδή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, του φίλου της Ελλάδας Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, δεν αρκείται μόνο η κυβέρνηση Τσίπρα να εφαρμόσει το μνημόνιο αλλά να δείξει και ότι το θέλει.

Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, καθώς η έκθεση αναφέρει άλλη μια φορά τη λέξη «ownership» στην παράγραφο όπου εξηγεί τους κινδύνους για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ευρωζώνη. Πιο συγκεκριμένα, η έκθεση αναφέρει ότι θα δοθεί στήριξη «μόνο στη βάση ενός εκτεταμένου και αξιόπιστου μεταρρυθμιστικού προγράμματος το οποίο θα έχει υψηλό βαθμό κυριότητας από τις ελληνικές αρχές και το ευρύ κοινό».

Δηλαδή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή του φίλου της Ελλάδας Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ που δεν τον νοιάζει η κυβέρνηση αλλά ο ελληνικός λαός, δεν αρκείται μόνο η κυβέρνηση Τσίπρα να εφαρμόσει το μνημόνιο και να δείξει ότι το θέλει, αλλά ζητά να το θέλουν και οι Έλληνες.

Αναρωτιέται κανείς με ποια κριτήρια θα αξιολογηθεί από τα τεχνικά κλιμάκια της τρόικας που θα επισκέπτονται την Αθήνα για να δώσουν το πράσινο φως κάθε επόμενης δόσης, η «κυριότητα», η αποδοχή των προαπαιτούμενων και των εφαρμοστικών νόμων από το ευρύ κοινό. Με δημοσκοπήσεις; Με απλές διαβεβαιώσεις των υπό έλεγχο υπουργών και της αντιπολίτευσης; Με ραβασάκια της παλιάς καλής εποχής των δύο πρώτων μνημονίων από παράκεντρα εξουσίας;

Οι παραπάνω επισημάνσεις της έκθεσης γίνονται, αφού έχει τονιστεί ότι μεγάλο μέρος του χρηματοπιστωτικού κινδύνου, που έχει επισημανθεί τα προηγούμενα χρόνια ως φαύλος κύκλος μεταξύ των τραπεζών και των δημοσίων οικονομικών, προέρχεται από την Ελλάδα.

Οι συντάκτες της έκθεσης εκτιμούν ότι οι ελληνικές τράπεζες θα χρειαστούν μεγαλύτερη στήριξη και προειδοποιούν ότι, εάν δεν υπάρξει στήριξη από τον ESM, όχι μόνο οι χρηματοπιστωτικοί κίνδυνοι δεν θα είναι διαχειρίσιμοι και το τραπεζικό σύστημα θα καταρρεύσει, αλλά αυτό θα έχει επίδραση σε κλάδους της οικονομίας πέρα από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, επηρεάζοντας με βαρύ τίμημα τις επενδύσεις, τον εμπόριο, τον τουρισμό, την ανάπτυξη και τις προοπτικές απασχόλησης (σ.σ. με την προσθήκη της λέξης «προοπτικές», οι συντάκτες τηρούν κάποια προσχήματα, καθώς η απασχόληση έχει ήδη πληγεί σε βαθμό πέραν κάθε εκτιμήσεως). Άμεση συνέπεια όλων αυτών είναι η «χρεοκοπία της πλειοψηφίας των ελληνικών επιχειρήσεων».

Στη συνέχεια, η Κομισιόν παραδέχεται ότι παρά το μικρό μέγεθος της ελληνικής οικονομίας συγκριτιά με το μέγεθος της Ευρωζώνης (1,77% του συνολικού ΑΕΠ), ενδεχόμενη κατάρρευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος θα μεταδοθεί σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.

Σ” αυτό το σημείο η Κομισιόν λέει τα πράγματα με το όνομά τους. «Ο άμεσος κίνδυνος μετάδοσης στην ζώνη του ευρώ μέσω του τραπεζικού συστήματος έχει περιοριστεί από τα δύο προγράμματα προσαρμογής. Οι κίνδυνοι έχουν μετριαστεί από την ενοποίηση του τραπεζικού τομέα και τη μείωση των ξένων ανοιγμάτων, ιδίως την έξοδο των ξένων τραπεζών από την ελληνική αγορά, καθώς και την απορρόφηση των κυπριακών υποκαταστημάτων που λειτουργούσαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του 2013».

«Επιπρόσθετα», τονίζει η έκθεση, «το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωζώνης έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και έχει γίνει πιο ανθεκτικό».

Με λίγα λόγια, η Κομισιόν παραδέχεται αυτό που όλοι γνωρίζουν από τις διαρροές στον διεθνή Τύπο τα τελευταία δύο χρόνια, ότι τα ελληνικά προγράμματα σχεδιάστηκαν για να προστατεύσουν την Ευρωζώνη και να δώσουν χρόνο στις συστημικές τράπεζες να μειώσουν την έκθεσή τους στην Ελλάδα.

Το ρίσκο τώρα ακολουθεί αντίστροφη πορεία, καθώς όπως αναφέρει η έκθεση σε μερικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι θυγατρικές των ελληνικών τραπεζών αντιστοιχούν στο 15-25% του τραπεζικού τομέα και ως εκ τούτου είναι συστημικά σημαντικές. Η αντιδραση των αρχών και των καταθετών σε αυτές τις χώρες δεν μπορεί να αποκλείσει ενδεχόμενο spill-over. Επιπλέον, η κατάρρευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος «θα δημιουργούσε σημαντικές αμφιβολίες για την συνοχή της Ευρωζώνης στο σύνολό της, τώρα και στο μέλλον».

Για την Κομισιόν, οι κίνδυνοι αποσταθεροποίησης στην Ελλάδα προκλήθηκαν από την αβεβαιότητα των οικονομικών πολιτικών της Ελλάδας στο εξάμηνο που πέρασε. «Ακόμα κι αν οι μεταρρυθμίσεις τα τελευταία χρόνια θα έπρεπε να επιτρέπουν στην Ευρωζώνη να διαχειριστεί καλύτερα τέτοια spill-overs, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες που απορρέουν από τις εξελίξεις που επηρεάζουν την ακεραιότητα της Ευρωζώνης πιθανόν να είναι σημαντικές, αν και δύσκολα μπορούν να εκτιμηθούν εξαιτίας της έλλειψης ιστορικού προηγουμένου»

Γι” αυτό το λόγο, απαιτείται οι Έλληνες όχι μόνο να μπορούν αλλά και να θέλουν. Το «ownership» είναι το επόμενο μεγάλο προαπαιτούμενο της νέας μνημονιακής δυστοπίας.
 

  

ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ:      ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ: