Α. Λιτβινένκο: Ο άνθρωπος που εξιχνίασε την ίδια τη δολοφονία του!

Η εναρκτήρια σκηνή από την ταινία Dead on Arrival (ελληνικός τίτλος: Κυνηγώντας τον δολοφόνο μου), του 1950, έχει έναν από τους πιο ευρηματικούς αρχικούς διαλόγους στην ιστορία του σινεμά:

Ο ήρωας φθάνει σε ένα αστυνομικό τμήμα του Σαν Φρανσίσκο και ανακοινώνει στον διευθυντή ότι δολοφονήθηκε. Τον δηλητηρίασαν ρίχνοντας το χημικό στοιχείο ράδιο στο ποτό του. Αντίδοτο δεν υφίσταται και το θύμα έχει ελάχιστο χρόνο ζωής για να βρει τους δολοφόνους. Η ιστορία ήταν τόσο ενδιαφέρουσα που γνώρισε δύο φιλμικά remake, το 1969 και το 1987.

Συμπτωματικά, ένα τρίτο «remake» επαναλήφθηκε στην πραγματικότητα το 2006 και ήταν όχι μόνο πιστό στις βασικές αρχές της ιδέας, αλλά και πιο ανατριχιαστικό: Ο πρώην κατάσκοπος της ρωσικής μυστικής υπηρεσίας, Αλεξάντερ Λιτβινένκο, δηλητηριάζεται στο Λονδίνο με ραδιενεργό Πολώνιο -210 και του απομένουν λίγες μέρες ζωής, για να συνεργαστεί με τη Scotland Yard και να τη βοηθήσει να εξιχνιάσει τη δολοφονία του.

Η υπόθεση Λιτβινένκο επανήλθε πριν από λίγες μέρες στην επικαιρότητα, καθώς η βρετανική δικαιοσύνη παρουσίασε το πόρισμα της έρευνας που εμπλέκει το ρωσικό κράτος στη δολοφονία. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, υπάρχουν ισχυρές ενδείξειες ότι το Κρεμλίνο ευθύνεται για το φόνο, τον οποίο πιθανότατα ενέκρινε ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο Λιντβινιένκο είχε επανειλημμένα καταφερθεί εναντίον του Ρώσου προέδρου και την περίοδο της εξόντωσής του ζούσε εξόριστος στο Λονδίνο. Συνεργαζόταν με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες (Μ16), παρέχοντας πληροφορίες για τις δραστηριότητες της ρωσικής μαφίας, τις πιθανές σχέσεις της με κορυφαίους Ρώσους πολιτικούς, ίσως και με το περιβάλλον Πούτιν.

Το φθινόπωρο του 2006, επρόκειτο να καταθέσει στις ισπανικές δικαστικές αρχές σχετικά με τα παραπάνω. Αν τα στοιχεία του είχαν βάση, το Κρεμλίνο θα είχε ένα σοβαρό κίνητρο να τον βγάλει από τη μέση. Ίσως να μην πέφτει κανείς από τα σύννεφα με τον ισχυρισμό ότι ένα ολόκληρο κράτος χρησιμοποιεί μαφιόζικα το μηχανισμό του για να εξολοθρεύσει αντιπάλους του καθεστώτος. Αλλά εδώ η αστυνομική ίντριγκα είναι αξιοσημείωτα πρωτότυπη.

Στα μέσα Οκτωβρίου, λίγες μέρες πριν ο Λιτβινένκο εμφανιστεί στον εισαγγελέα, οι Αντρέι Λουγκοβόι και Ντμίτρι Κοβτούν τον προσκαλούν σε -δήθεν- επαγγελματικό ραντεβού κι επιχειρούν να τον δηλητηριάσουν, ρίχνοντας στο ποτό του Πολώνιο -210: ραδιενεργό ισότοπο, μικροσκοπικό, αόρατο, μη ανιχνεύσιμο και θανατηφόρο. Ο Λιτβινένκο δεν το αγγίζει και γλιτώνει. Όχι για πολύ… Την 1η Νοεμβρίου, η απόπειρα επαναλαμβάνεται, με την ίδια μέθοδο, στο ξενοδοχείο Millennium. Λίγες μέρες αργότερα, ο στόχος τους αφήνει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο University College του Λονδίνου.

 

Το χρονικό του εγκλήματος περιγράφεται στο υπό δημοσίευση βιβλίο «A Very Expensive Poison», του συγγραφέα και δημοσιογράφου του Guardian Λουκ Χάρντινγκ. Μεταξύ άλλων, ο Χάρντινγκ παραθέτει τις 18 συνεντεύξεις που έδωσε ο Λιτβινένκο από το κρεβάτι του νοσοκομείου σε δύο επιθεωρητές της Σκότλαντ Γιάρντ και στοιχεία από όσα κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα οπτικής εποπτείας του ξενοδοχείου.  Από την πλοκή της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο Λιτβινένκο ήταν ο ιδανικός άνθρωπος για να εξιχνιάσει το φόνο του. Θύμα και ταυτόχρονα ο καλύτερος μάρτυρας στη δολοφονία του. Ένας οξυδερκής ντετέκτιβ που, ενώ πεθαίνει, παρατηρεί και αναλύει ψύχραιμα τα γεγονότα σε συνεργασία με τους επιθεωρητές της Scotland Yard που ερευνούν το φόνο του. Στις απομαγνητοφωνήσεις των συναντήσεων που είχε μαζί τους, είναι στιγμές που δυσκολεύεται κανείς να αντιληφθεί ποιος είναι ο παθών. Οι διάλογοι μοιάζουν με μεθοδικές και λογικές αναλύσεις τριών ντετέκτιβ, στην προσπάθειά τους να λύσουν το αίνιγμα.

Σε προδημοσίευση τμημάτων της έρευνάς του στον Guardian, ο Χάρντινγκ αναφέρει ότι ο Κοβτούν είχε εκμυστηρευτεί σε φίλο του ότι αυτός και ο Λουγκοβόι κουβαλούσαν ένα πολύ ισχυρό δηλητήριο, για τις ιδιότητες του οποίου γνώριζε ελάχιστα. Παρασκευάστηκε σε εργαστήριο των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών και μετατράπηκε σε θανάσιμο φορητό όπλο.

Η κάμερα του κλειστού κυκλώματος που βρίσκεται πάνω από τη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου καταγράφει τους δύο δράστες να κάνουν check in με διαφορά μιας ημέρας. Ο Κοβτούν φθάνει στο Millenium στις 31 Οκτωβρίου στις 08:32 (όπως προκύπτει από την καταγραφή που φέρουν όλες οι εικόνες που προέρχονται από το κύκλωμα), ενώ ο Λουγκοβόι έχει ήδη «τσεκάρει» από την προηγούμενη. Καταλήγει στο ξενοδοχείο μαζί με την οικογένειά του και οι εικόνες του CCTV τον δείχνουν να φορά ένα κασκόλ της ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Έφθασε στο Λονδίνο για να παρακολουθήσει, υποτίθεται, τον αγώνα της ομάδας του με την Άρσεναλ. Είναι παλιός γνώριμος του Λιτβινένκο, με τον οποίο ήταν συνάδελφοι στην KGB. Ως ειδήμων στην παρατήρηση, προφανώς εντοπίζει το σημείο του ισογείου που δεν καλύπτεται από τις κάμερες του ξενοδοχείου: Είναι το Pine Bar, που βρίσκεται αμέσως μετά την κεντρική είσοδο, στο αριστερό της τμήμα. Εκεί συναντιούνται οι τρεις άνδρες την 1η Νοεμβρίου. 

Την ημέρα της δολοφονίας, ο Λουγκοβόι τηλεφωνεί συνεχώς στον Λιτβινένκο, πιέζοντάς τον να έρθει στο ξενοδοχείο για τη συνάντησή τους. Στις 15:40 του λέει να βιαστεί, γιατί ο ίδιος θα χρειαστεί να φύγει σύντομα για το γήπεδο. Σύμφωνα με την κατάθεση του Λουγκοβόι στους Βρετανούς αστυνομικούς, η άφιξή του στο Millennium έγινε στις 4 το μεσημέρι. Όμως το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης τον εμφανίζει να φτάνει μισή ώρα νωρίτερα και να ρωτά στη ρεσεψιόν πού βρίσκονται οι αντρικές τουαλέτες. Φαίνεται να τις επισκέπτεται και να εμφανίζεται ξανά ύστερα από δύο λεπτά. Ένα τέταρτο αργότερα, έρχεται ο Κοβτούν και κάνει ακριβώς το ίδιο. Όταν αργότερα εξετάστηκαν οι τουαλέτες για ραδιενέργεια, σε μια από αυτές μετρήθηκαν εξαιρετικά υψηλές τιμές, στην πόρτα, το καζανάκι και το στεγνωτήρα χεριών.  Ο Λιτβινένκο φαίνεται στις κάμερες να φθάνει στις 4 ακριβώς. Μιλά (με τον Λουγκοβόι) στο κινητό του κι εξαφανίζεται από το οπτικό πεδίο του κυκλώματος, πηγαίνοντας στο Pine Bar. Δεν επισκέπτεται τις τουαλέτες, άρα δεν είναι αυτός η πηγή της ραδιενέργειας.

Αργότερα, στις συναντήσεις του με τους επιθεωρητές της Σκότλαντ Γιαρντ, θα περιγράψει με μεγάλη ακρίβεια λεπτομέρειες από τη συνάντησή του με τους δολοφόνους του: Στο τραπέζι υπάρχουν ποτήρια, κούπες και μια  τσαγιέρα. Ο Λουγκοβόι έχει ήδη παραγγείλει ποτά. Ρωτά το θύμα αν θέλει να πιει κάτι, γνωρίζοντας όμως ήδη ότι ο Λιτβινένκο δεν πίνει αλκοόλ. «Θα φύγουμε, έτσι κι αλλιώς», του λέει, «αν θέλεις όμως μπορείς να πιεις λίγο από το τσάι που έχει απομείνει»… «Έβαλα λίγο τσάι σε μια καθαρή κούπα και ήπια ελάχιστα, 3 ή 4 γουλιές», λέει στην κατάθεσή του ο Λιτβινένκο, προσθέτοντας πώς θυμάται πολύ καλά ότι ούτε ο Λουγκοβόι ούτε ο Κοβτούν, που ήρθε μετά, ήπιαν τσάι.

Η συνάντησή τους κρατά 20 λεπτά και στο τέλος της εμφανίζεται ο οχτάχρονος γιος του Λουγκοβόι, τον οποίο ο πατέρας του προτρέπει να χαιρετήσει δια χειραψίας το «θείο Σάσα» – Λιτβινένκο και το παιδί δίνει το χέρι του. Οι μετρήσεις που θα γίνουν στη συνέχεια, θα δείξουν ότι το δεξί μανίκι του Λιτβινένκο ήταν μολυσμένο με ραδιενέργεια από την επαφή του με την κούπα. Στις ίδιες μετρήσεις, καταγράφονται επίσης πολύ ψηλές τιμές μόλυνσης στο τραπέζι (20.000 μπεκερέλ) και την τσαγιέρα που χρησιμοποίησε το θύμα (100.000 μπεκερέλ). Άγνωστο πόσοι πελάτες τη χρησιμοποίησαν πριν εντοπιστεί μολυσμένη… Λίγους ορόφους πιο πάνω, στο δωμάτιο του Κοβτούν, ανιχνεύεται στο νιπτήρα μια μάζα που μετριέται στα 390.000 μπεκερέλ. Δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από Πολώνιο, το οποίο ο Κοβτούν προσπάθησε να ξεφορτωθεί.

Ο Λιτβινένκο «άρχισε να πεθαίνει», με πρώτο σύμπτωμα τους ισχυρούς πόνους στο στομάχι, την 1η Νοεμβρίου, ακριβώς στην 6η επέτειο της εγκατάστασής του στη Βρετανία. Δεκαεπτά μέρες αργότερα ήταν νεκρός, με τους γιατρούς να μη συνειδητοποιούν παρά πολύ αργά ότι δεν επρόκειτο για δηλητηρίαση από θάλλιο, όπως πίστευαν αρχικά. Έτσι κι αλλιώς, η οργανική ανεπάρκεια δεν ήταν δυνατό να αναχαιτιστεί. Ό,τι μπορούσε να συμβεί -και συνέβη- σε αυτό το διάστημα ήταν η συνεργασία του Ρώσου με τους ντετέκτιβ της Σκότλαντ Γιαρντ, που απέφερε πολύτιμα στοιχεία για την υπόθεση. Ο ετοιμοθάνατος Λιτβινένκο κατονομάζει τρεις πιθανούς υπόπτους, δύο εκ των οποίων είναι οι Κοβτούν και Λουγκοβόι, μιλά για τη σχέση του με τον τελευταίο, αναφέρει τον σύνδεσμό του στην Μ16 και εξηγεί γιατί οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες θα ήθελαν πολύ να τον δουν νεκρό.

Οι σχετικές απομαγνητοφωνήσεις δόθηκαν ύστερα από 9 χρόνια στη δημοσιότητα και, όπως παρατηρεί ο Χάρντινγκ, εξιστορούν τη συνομιλία των επιθεωρητών με ένα φάντασμα – «ένα φάντασμα διόλου συνηθισμένο, που χρησιμοποιεί τα τελευταία ζωτικά του αποθέματα για να λύσει ένα ανατριχιαστικό μυστήριο: το δικό του».

http://news247.gr

seleo.gr-Diethni

  

ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ:      ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ: