Ρίκα Βαγιάνη: Η αθόρυβη "μάχη" για τη ζωή και η λατρεία στον γιο της

Η Ρίκα ήταν από τις πρώτες γυναίκες που βγήκαν δημόσια να μιλήσουν για την εξωσωματική, την μητρότητα μετά τα 40 και άλλα θέματα ταμπού

«Όλα θα πάνε καλά. Γιατί στο τέλος, ανεξαρτήτως έκβασης, επεμβαίνει η ζωή και όλα πάνε καλά», είχε πει η Ρίκα Βαγιάννη σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις της. Εδώ και μήνες, όμως, τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά και αυτό ήταν γνωστό σε μία χούφτα ανθρώπων. Η Ρίκα δεν επιθυμούσε να πουλήσει την ασθένεια, με την οποία πάλεψε αθόρυβα εδώ και χρόνια, αφήνοντας τελικά πίσω, στην καρδιά του καλοκαιριού που τόσο λάτρευε, τον σύζυγό και μοναχογιό της.

Τον Οδυσσέα, ένα παιδί το οποίο πάλεψε για να αποκτήσει. Ήταν, μάλιστα, από τις πρώτες γυναίκες που βγήκαν δημόσια να μιλήσουν για την εξωσωματική, την μητρότητα μετά τα 40 και άλλα θέματα ταμπού που ταλανίζουν ακόμα και σήμερα τις γυναίκες. «Μαμά το ξέρεις ότι είσαι η μοναδική μαμά που είσαι 50», της είπε μία μέρα ο γιός της, επιστρέφοντας από το σχολείο. «Εσύ αγόρι μου πόσο είσαι»; «Εφτά μαμά αφού το ξέρεις». «Ωραία! Αν θες να γίνεις οκτώ μην ξανασχολιάσεις την ηλικία μου», είπε και έσκασαν και οι δύο στα γέλια.

Η Ρίκα, άλλωστε, πάντα το άνοιγε το ρημάδι, όπως συνήθιζε και η ίδια να λέει. Πληθωρική, αλέγρα, γοητευτική, με καυστικό χιούμορ και μία τρέλα που κουβάλαγε από τα νιάτα της ακόμα. Αθυρόστομη, χαοτική ή καλύτερα «μεσογειακή», όπως περιέγραφε η ίδια τον εαυτό της. «Δεν αντέχω την τόσο ευρυθμία», έλεγε για την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ζούσε με την οικογένειά της ζούσε στην Αυστραλία. «Μού έρχεται να τρέξω νύχτα στο αεροδρόμιο, να προσγειωθώ με αλεξίπτωτο σ΄ ένα ταβερνάκι στην Αθήνα, να λέω σαχλαμάρες με τους κολλητούς μέχρι τις τρεις το πρωί, με το αμάξι μου διπλοπαρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο, με τα αλάρμ να αναβοσβήνουν, δίπλα στον ξέχειλο κάδο με τα σκουπίδια που έχουν να μαζευτούν δέκα μέρες».

Μπορεί να ήταν γνωστή ως Ρίκα Βαγιάνη, αλλά το πραγματικό της όνομα ήταν Μαρίκα Ζούλα και ήταν κόρη του δημοσιογράφου Οδυσσέα Ζούλα και της Βαρβάρας Δράκου. Γεννήθηκε στο Παγκράτι το 1962. Σύμφωνα με την ίδια, τα παιδικά της χρόνια ήταν «ευτυχισμένα, τρομερά κοινά, μεσοαστικά». Παρά τα λεγόμενά της, η οικογενειακή της κατάσταση ήταν ασυνήθιστη για τα χρόνια εκείνα. Μεγάλωνε με τη μαμά της και τον πατριό της Γιάννη Διακογιάννη που είχε παιδί από προηγούμενο γάμο. Εξού και το όνομα της, ψευδώνυμο που επέλεξε η ίδια, από τα ονόματα της μητέρας της (Βαρβάρα) και του θρυλικού αθλητικογράφου. Και ο βιολογικός της πατέρας που είχε δημιουργήσει οικογένεια. Μία μοντέρνα οικογένεια, στην οποία όλοι τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους. Αν και δύσκολο να το πιστέψει κανείς, ως παιδί ήταν μελαγχολικό και εσωστρεφές. Τα αγόρια και τα φλερτ την απελευθέρωσαν.

Εξάλλου, από τα μικράτα της ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός. Κάτι σαν τη Μελίνα Μερκούρη που την θαύμαζε και οι φίλοι της σημείωναν πως της έμοιαζε στην ιδιοσυγκρασία. Πάντως η ίδια είχε πει ότι ήταν παροιμιώδης η αφηρημαδα της. «Δεν ήμουν παιδί εγώ, ήμουν διαστημόπλοιο», θέλοντας να τονίσει ότι ήταν αφηρημένη. Και σπάταλη. Ότι είχε στην τσέπη τα χαλούσε σε χρόνο ρεκόρ για τους φίλους, τους συναδέλφους, τον εαυτό της.

Αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Εθνικού και εργάστηκε εφτά χρόνια ως ηθοποιός. Γρήγορα, όμως, συνειδητοποίησε ότι δεν της ταίριαζε το σανίδι. «Είχα ακόμα και πρόταση να εμφανιστώ στο Διογένη!… Με κλειστό μικρόφωνο φυσικά, γιατί τραγουδάω σαν καρακάξα», είχε πει κάποτε. «Δεν μου βγήκε το χαρτί της υποκριτικής. Αργότερα βέβαια ανακάλυψα ότι υπήρχε ένας πολύ σοβαρός λόγος: Δεν είχα καθόλου ταλέντο!»

Προσπαθώντας να είναι οικονομικά ανεξάρτητη και να μην ζητάει συνέχεια χαρτζιλίκι από τους γονείς της στράφηκε στα περιοδικά. Νέα και φέρελπις δημοσιογράφος τότε, παραμένει αντισυμβατική, επιμένοντας να μην εγκλωβίζεται σε καλούπια και καθωσπρεπισμούς. Ήταν η εποχή που γύρναγε τα κλαμπ, τα περιθωριακά, τα μεγάλα, τα κουτούκια, τις πίστες. «Υπήρξα ένα παιδί που του άρεσε όλα να τα βλέπει, να τα μυρίζει, να τα σκαλίζει». Μετά αναγκάστηκε λόγω παιδιού να μαζευτεί. «Πάω στην ΕΡΤ, στο Βασιλόπουλο, στο κομμωτήριο και στις κούνιες. Δεν με πειράζει, είναι κι αυτό πολύ ωραίο ταξίδι».

Φωτογραφίζεται για το εορταστικό τεύχος του Playboy τον Ιανουάριο του 1986 σε ένα κτήμα στην Εύβοια. Στο εξώφυλλο εμφανίζεται με τουαλέτα και γάντια, αν και στο εσωτερικό επικρατεί μια εντελώς διαφορετική κατάσταση, δικαιώνοντας τις φήμες που έκαναν λόγο για μία υπέροχα γοητευτική γυναίκα με εντυπωσιακή σιλουέτα.

Διετέλεσε αρχικά συντάκτης και στη συνέχεια διευθύντρια σύνταξης στα περιοδικά «Cosmopolitan» και «Colt», ενώ αρθρογραφούσε στα περιοδικά «Ένα» «Και», «Τέταρτο» και από το 1994 με καθημερινή στήλη στην Απογευματινή και από το 2005 στο Εθνος. Την κέρδισε γρήγορα, όμως, η τηλεόραση. Έχει παρουσιάσει αμέτρητες εκπομπές στο Μega, το Star, το Seven Χ, το Κανάλι 5 και από το 1997 άρχισε τη συνεργασία της με την ΕΡΤ στην οποία παρέμεινε μέχρι το 2012. Εκεί αγαπήθηκε από τον κόσμο. Μιλούσε τη γλώσσα του, καυτηριάζοντας πρώτα από όλα τον εαυτό της. Μια φορά, μάλιστα, δεν δίστασε να βρίσει στον αέρα μία καλεσμένη της που ασχολούνταν με το Φένγκ Σούι. Της είχε πει πως ο λόγος που δεν παντρευόταν ήταν γιατί είχε μία πάπια στο σπίτι της. Μετά τον καυγά πήγε και αγόρασε και δεύτερη πάπια και μέσα σε έξι μήνες παντρεύτηκε…

Μετά την έλευση του παιδιού της ασχολήθηκε περισσότερο με το σπίτι. «Μην φανταστείς κάνω όσα βλέπει η πεθερά», είχε πει σε περιοδικό, εξηγώντας ότι θα ετοιμάσει το παιδί της για το σχολείο, θα μαγειρέψει και θα κάνει τις βασικές δουλειές του σπιτιού και θα είναι συνεπής και στις άπειρες επαγγελματικές της υποχρεώσεις καθημερινά, αλλά δε θα καθίσει να φουρνίσει κουλουράκια.

Η αεικίνητη Ρίκα ασχολήθηκε και με την πολιτική. Κατέβηκε υποψήφια βουλευτής με το Ποτάμι στον νομό Μαγνησίας. «Συστήθηκε» στους ψηφοφόρους της λιτά, χωρίς φλυαρίες και υπερβολές, όταν συμπεριλήφθη στη λίστα των υποψηφίων της Μαγνησίας.« Είμαι «υιοθετημένο παιδί» της περιοχής, όπου από το 2002 περνώ μεγάλα διαστήματα του χρόνου μαζί την οικογένειά μου. Επιπλέον, ίσως και ισχυρότερο κριτήριο για την ένταξή μου στην ομάδα των συνυποψηφίων μου, είναι η ενασχόλησή μου -λόγω εντοπιότητάς- με τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν τη νησιωτική Μαγνησία».

Εξάλλου, η ίδια δεν μπορούσε να παραμείνει καθηλωμένη, ανενεργή. «Δεν πιστεύω στην ανία, την πλήξη, τη βαρεμάρα, πες το όπως θέλεις. Τι να βαρεθώ; Η ζωή είναι η πιο συγκλονιστική περιπέτεια που υπάρχει, δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι πιο ενδιαφέρον, προκλητικό, ιντριγκαδόρικο, από το να ξυπνάω κάθε πρωί στον απρόοπτο κόσμο μιας ολοκαίνουργιας μέρας». Εξάλλου, το αγαπημένο της τραγούδι ήταν «όσο κι αν κανείς προσέχει όσο κι αν τα κυνηγά, πάντα πάντα θα ‘ναι αργά δεύτερη ζωή δεν έχει».

Πηγή: protothema

(?)

SHOWBIZ

Tags:
  

ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ:      ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ: