Ουκρανία: Ο "πόλεμος νεύρων" του Λονδίνου, η μάχη επιρροής των ΗΠΑ και οι φόβοι της Ρωσίας

Ποιες είναι οι επιδιώξεις κάθε «παίκτη» στο γεωπολιτικό παιχνίδι που διεξάγεται πάνω στην υπόθεση της Ουκρανίας

Κάποιοι μιλούν τις τελευταίες ώρες για την εμφάνιση ενός ακόμα παίκτη στη «σκακιέρα» μετά τις δηλώσεις της Βρετανίδας ΥΠΕΞ Λίζα Τρας, η οποία έκανε λόγο για σχέδιο της Μόσχας να καθυποτάξει εκ των έσω την Ουκρανία. Ομως στο σκάκι χωρούν δύο παίκτες και ακριβώς εδώ είναι και το μπλέξιμο της συγκεκριμένης ιστορίας. Στο «πράσινο» τραπέζι ή έστω πάνω από αυτό βρίσκονται πολλοί παίκτες ή έστω κάποιοι που ποντάρουν σε αυτούς. Ο καθένας έχει τους δικούς του στόχους, οι οποίοι κάθε άλλο παρά με «αλτρουιστικές προθέσεις» είναι συνδεδεμένοι.

Η Βρετανία που αποφάσισε να εμπλακεί πιο ενεργά στον πόλεμο νεύρων με δηλώσεις, ανακοινώσεις και διαρροές προφανώς έχει τους δικούς της λόγους, που δεν έχουν να κάνουν μόνο με την λατρεία των Βρετανών για κατασκοπευτικές ιστορίες. Το τραύμα που άνοιξε κάποτε στην βρετανική υπερηφάνεια ο Κιμ Φίλμπυ δεν θα κλείσει προφανώς ποτέ, όσες συνέχειες του Τζέιμς Μποντ και να προβληθούν στις κινηματογραφικές αίθουσες, όσες γενιές νέων Βρετανών και αν διαβάσουν τα βιβλία του Τζον λε Καρρέ.

Για το Λονδίνο η ανάμιξη στο ζήτημα αποτελεί και ένα σήμα με πολλαπλούς αποδέκτες. Είναι μια επίδειξη ευθυγράμμισης με την Ουάσιγκτον, αλλά και ένα μήνυμα υπενθύμισης τόσο προς τη Μόσχα, όσο και προς τους υπόλοιπους Ευρωπαίους ότι το «παρηκμασμένο Βασίλειο» δεν αδιαφορεί παντελώς για τα όσα συμβαίνουν στην ευρωπαϊκή ήπειρο, μετά την ολοκλήρωση του Brexit. Αν συνυπολογίσει κανείς ότι το ουκρανικό είναι μια καλή ευκαιρία να αποστραφεί λίγο το βλέμμα, τόσο από τα προβλήματα που άφησε πίσω της αυτή η μάλλον αμφιλεγόμενη απόφαση αποχώρησης από την ΕΕ, όσο και από το χάος που έχουν προκαλέσει τις τελευταίες εβδομάδες εσωπολιτικά τα σκάνδαλα του πρωθυπουργού με το «Partygate» τότε έχει μια καλή εξήγηση για την ξαφνική παρέμβαση των μέχρι τώρα πιο συγκρατημένων Βρετανών. Η απόφαση της κας Τρας να βγει «μπροστινή» για να υιοθετήσει τις σχετικές καταγγελίες ίσως και να μην είναι άσχετη με τις δικές της προσωπικές φιλοδοξίες, να είναι αυτή που θα διαδεχτεί τον απαξιωμένο πια Μπόρις Τζόνσον στην ηγεσία των Συντηρητικών.

Για τις ΗΠΑ η βρετανική ανάμιξη είναι καλοδεχούμενη, από τη στιγμή μάλιστα που ενισχύει δικές τους κατηγορίες προς τη Μόσχα. Για τον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν είναι μια καλή ευκαιρία να θυμίσει στους υπηκόους του, που χάνουν ολοένα και περισσότερο τις ελπίδες τους σε αυτόν, ότι ως «πλανητάρχης» έχει και άλλα σημαντικά στο μυαλό του. Η Ουκρανία είναι πολύ μακρινή για να τραβήξει το ενδιαφέρον ως μια απλή διαφωνία με τη Μόσχα. Πρέπει να εμφανιστεί ως μια ενδεχόμενη σύγκρουση με πολεμικές προεκτάσεις για να μπορέσει να προσελκύσει το ενδιαφέρον, να αλλάξει την ατζέντα και να ξυπνήσει τον αμερικανικό πατριωτισμό. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως, ότι η Ουάσιγκτον επιθυμεί να τραβήξει την κόντρα στα άκρα. Οι δηλώσεις Μπάιντεν έστω και με τη μορφή γκάφας είναι ενδεικτικές. Δεν είναι τώρα καιρός για πολεμικές συγκρούσεις. Αρκούν οι «κυρώσεις».

Ομως οι Αμερικανοί θέλουν να ανανεώσουν τους «δεσμούς» τους με τους Ευρωπαίους, να «επανιδρύσουν» το ΝΑΤΟ ως μια συμμαχία που εγγυάται την ασφάλεια τους, να τους αποδείξουν ότι ακόμα και σήμερα έχουν ανάγκη την αμερικανική παρουσία στην ήπειρο. Παράλληλα ελπίζουν να καθυστερήσουν κι άλλο τον αγωγό Nord Stream 2, να πείσουν την Γερμανία ότι χρειάζεται να αυξήσει τις στρατιωτικές της δαπάνες, να βρουν μια ευκαρία να πουλήσουν και κανένα οπλικό σύστημα παραπάνω στην Ανατολική Ευρώπη. Μέσα σε όλα αυτά υπογραμμίζουν και στην ΕΕ ως θεσμό ότι είναι πολύ μικρή και λίγη για να τα βγάλει πέρα μόνη της απέναντι σε καταστάσεις πραγματικής κρίσης.

Η θεσμική Ευρώπη είναι ανυπόληπτη επειδή ακριβώς δεν έχει μια κοινή προσέγγιση για το θέμα. Πολωνοί και Βαλτικές χώρες δείχνουν ορισμένες φορές ότι έχουν πλήρη άγνοια κινδύνου για το ενδεχόμενο «η σπίθα να γίνει πυρκαγιά». Συμπεριφέρονται λες και θέλουν να «παίξουν πόλεμο». Αυτό έχει προκαλέσει έναν εκνευρισμό σε Παρίσι και Βερολίνο και ουσιαστικά έχει φέρει κοντά τις δύο αυτές πρωτεύουσες, που μπορεί να έχουν διαφορετικές προτεραιότητες, αλλά βλέπουν τώρα μια ευκαιρία να επαναβεβαιώσουν την αρχή, ότι ο δικός τους «άξονας» αποτελεί την πρώτη προϋπόθεση για να κινηθεί οτιδήποτε μέσα στην ΕΕ.

Η πρόταση για την επανενεργοποίηση του «σχήματος της Νορμανδίας» εκεί ακριβώς στοχεύει. Γαλλία και Γερμανία ελπίζουν όυι θα μπορούσαν να σώσουν την τιμή της Δυτικής Ευρώπης, ως διαμεσολαβητές, που θα φέρουν την ειρήνη. Αυτό βεβαίως προϋποθέτει ότι Κίεβο και Μόσχα θα βρεθούν μπροστά σε μια πρόταση, την οποία «δεν θα μπορούν να αρνηθούν». Τέτοια δεν φαίνεται να υπάρχει στο τραπέζι. Οι Γάλλοι συχνά παρασύρονται σε μια έπαρση, που τους δίνει ο τίτλος της μεγαλύτερης στρατιωτικής (και πυρηνικής) δύναμης στην ΕΕ και εκνευρίζονται, όταν ΗΠΑ και Ρωσία δεν τους αντιμετωπίζουν έτσι. Το πρόσφατο άδειασμα των Αυστραλών με τα υποβρύχια δεν έχει ακόμα «χωνευτεί» στο Παρίσι. Οι Γερμανοί και για ιστορικούς λόγους δηλώνουν πιο δεκτικοί στις αγωνίες της Μόσχας για «εγγυήσεις ασφάλειας» και βλέπουν την Ρωσία και ως σημαντικό εμπορικό εταίρο και πάροχο ενέργειας, με τον οποίο δε μπορούν να τα σπάσουν δίχως απρόβλεπτες συνέπειες.

Η Ρωσία έχει δώσει και γραπτώς τα αιτήματά της. Θεωρεί για μια ακόμα φορά ότι επιχειρείται η περικύκλωσή της. Θέλει να σταματήσει την επέκταση του ΝΑΤΟ και να εμποδίσει την εγκατάσταση πυραύλων κοντά στα σύνορά της. Το γεγονός ότι θέτει μαξιμαλιστικά αιτήματα αποτελεί ένα μάλλον προβλέψιμο διπλωματικό τρικ. Γνωρίζει βεβαίως ότι δε μπορεί να γυρίσει το χρόνο πίσω στο 1997. Από την άλλη δε μπορεί να αγνοήσει κανείς την ψυχοσύνθεση του Βλάντιμιρ Πούτιν ως ενός απόλυτου μονάρχη, που δεν αισθάνεται την ανάγκη να λογοδοτήσει σε κάποια αντιπολίτευση, η οποία μάλιστα σε μεγάλο βαθμό δεν διαφωνεί με την ανάγκη να σταματήσει η διεύρυνση του ΝΑΤΟ μέχρι τα σύνορα της χώρας. Ξέρει όμως και αυτός ότι και η ρωσική υπερηφάνεια είναι πολύ ευάλωτη, όσο και αν οι απλοί Ρώσοι πολίτες μόνο ένα «πόλεμο» δεν θα επιθυμούσαν.

Ο Πούτιν μάλλον πιστεύει πραγματικά ότι το ουκρανικό είναι ένα «αδελφό έθνος», το οποίο δε μπορεί να χαρίσει αμαχητί στη Δύση. Ο Ρώσος πρόεδρος είναι επίσης αυτός, που φαίνεται να σκέφτεται περισσότερο το μέλλον από ότι το παρόν. Και βλέπει αυτό το μέλλον με μελανά χρώματα θεωρώντας, ότι αν δεν σταματήσει τώρα «το κακό», τότε θα περάσει στην ιστορία ως ο ηγέτης πού άφησε τη «Μεγάλη Ρωσία» να μικρύνει γεωπολιτικά. Οπως εύστοχα έγραψε ένας Ρώσος δημοσιογράφος, που ζει στο Λονδίνο, «ο Πούτιν δεν βλέπει τη στάση του ως επιθετική απέναντι στην Ουκρανία, αλλά ως αμυντική σε σχέση με το δικό του μέλλον». Με άλλα λόγια, όσο η Δύση τον κάνει να σκέφτεται ότι έχει να χάσει περισσότερα υποχωρώντας, από όσα θα χάσει ρισκάροντας, τόσο το ρίσκο θα συνεχίσει να παραμένει πολύ υψηλό. Αν οι Δυτικοί δεν του δώσουν μια διέξοδο, που θα μπορεί να παρουσιάσει στο δικό του κοινό ως «νίκη», τότε η ισορροπία θα συνεχίσει να παραμένει εκρηκτική.

Και φυσικά θα ανοίγει την όρεξη και σε περιφερειακούς παίκτες όπως ο Ταγίπ Ερντογάν να μπουν στο παιχνίδι. Αλλωστε η πρόθεση αυτή της Τουρκίας έχει εκδηλωθεί ήδη από τις αρχές του 2020, όταν ο Τούρκος πρόεδρος ταξίδεψε στο Κίεβο για να πουλήσει drones και εμπορική συνεργασία στον τότε φρεσκοεκλεγμένο Ουκρανό πρόεδρο.

Για την ίδια την Ουκρανία και τους πολίτες της υπάρχει ασφαλώς ένα ζήτημα αίσθησης ασφάλειας. Αλλά ασφάλεια δεν δίνει μόνο το ΝΑΤΟ. Για τους περισσότερους Ουκρανούς μια προοπτική ένταξης στη μεγάλη ευρωπαϊκή αγορά θα ήταν πολύ πιο σημαντική. Αλλά κάτι τέτοιο δεν μοιάζει εφικτό, ούτε σε ορίζοντα δεκαετίας, αν λάβει κανείς υπόψη και την κατάσταση, που βρίσκεται σήμερα η ΕΕ. Η απόφαση των δυτικοευρωπαίων να προσφέρουν την είσοδο στο ΝΑΤΟ ως ένα «υποκατάστατο» της ενσωμάτωσης της κοινωνίας σε ένα δυτικό τρόπο ζωής, δεν αποτελεί και κανένα εύσημο οξυδέρκειας.

Το να κατηγορούν από την άλλη το Λονδίνο ή οι Βρυξέλλες τη Μόσχα ότι προσπαθεί να παρέμβει στις εσωτερικές εξελίξεις στη χώρα, μοιάζει και λίγο με μαύρο χιούμορ, όταν είναι γνωστό πόσο στηρίχτηκε το κίνημα Ευρωμαϊντάν του 2013 από το εξωτερικό, με την υπόσχεση μιας γρήγορης ενσωμάτωσης στην Ευρωπαϊκή Ενωση, μια προσδοκία που πολύ γρήγορα αποδείχτηκε ψευδαίσθηση. Η κοινή γνώμη μιας χώρας που ζούσε αποκλεισμένη εντός του σοβιετικού και αργότερα μετασοβιετικού μπλοκ φυσικά και είναι ευεπίφορη σε κάθε λογής υποσχέσεις.

Ας μην ξεχνάμε τον τρόπο με τον οποίο ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι από κωμικός/τηλεοπτικός «Υπηρέτης του Λαού» στην ομώνυμη τηλεοπτική σειρά μετατράπηκε σε χρόνο ρεκόρ σε γνήσιο εκφραστή των διαθέσεων του λαού. Ο 44χρονος πολιτικός αποτελεί την καλύτερη απόδειξη για το πόσο ευμετάβλητο είναι το πολιτικό τοπίο στις χώρες, όπου η «δυτικού τύπου δημοκρατία» εφαρμόστηκε από τα τέλη του περασμένου αιώνα, χωρίς καμιά πρόβλεψη «προσαρμογής» της στα δεδομένα της κάθε χώρας. Το γεγονός ότι τώρα οι υποψήφιοι «ατλαντικοί σύμμαχοί» του τον έχουν ουσιαστικά μετατρέψει σε παρατηρητή του… μέλλοντός του, μάλλον δεν αποτελεί σημάδι αισιοδοξίας για τις δικές του επόμενες κινήσεις στο τραπέζι, που μοιράζεται με πολύ εμπειρότερους και μπαρουτοκαπνισμένους παίκτες.

.

  

ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ:      ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ: