Δίκη για Μάτι: «Βρήκα τη γυναίκα μου απανθρακωμένη μέσα στο αυτοκίνητο», κατέθεσε μάρτυρας

«Δεν πίστευα ότι αυτό το κουφάρι που είδα απανθρακωμένο μέσα στο αυτοκίνητό μου ήταν η γυναίκα μου», είπε σήμερα, καταθέτοντας στη δίκη για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, ο μάρτυρας Παναγιώτης Ντάγκαλος, σημειώνοντας πως εκείνος και ο μόλις 3,5 ετών γιος του σώθηκαν από τύχη.

«Ο γιος μου με ρωτάει ακόμη και σήμερα γιατί δεν τα κατάφερε η μαμά, όλο αυτό του δημιούργησε μια ψυχολογική αστάθεια», ανέφερε ο μάρτυρας για να σημειώσει πως ακόμη και σήμερα το παιδί του επισκέπτεται ψυχολόγους για να αντιμετωπίσει όσα βίωσε. «Σε ένα μικρό κτίριο υπήρχαν 4 μαύροι σάκοι. Στον πρώτο ήταν ο γιος μου και στο τέταρτο η σύζυγος μου. Αυτή η τραγωδία δεν θα είχε συμβεί αν λειτουργούσαν οι υπηρεσίες. Κανείς δεν έκανε τίποτα. Πιστεύω ότι θα αποδοθεί Δικαιοσύνη. Από τότε η ζωή μου έχει τελειώσει όπως και όλων εδώ», είπε συγκλονίζοντας δικαστήριο και ακροατήριο Πολωνός μάρτυρας, ο οποίος έζησε τον εφιάλτη ενώ είχε έρθει με την οικογένεια του στην Ελλάδα για διακοπές.

Ειδικότερα, στην κατάθεσή του στο δικαστήριο ο κ. Ντάγκαλος εξήγησε ότι βρέθηκε στην περιοχή, προκειμένου να περάσει ένα διήμερο με την οικογένειά του, κατόπιν πρόσκλησης φίλων τους.

Μιλώντας για εκείνο το τραγικό απόγευμα, ο μάρτυρας ανέφερε: «Γύρω στις 6:20 το απόγευμα η γυναίκα μου, μου είπε: «Κοίτα Παναγιώτη, έξω κάτι γίνεται». Βγαίνω έξω και βλέπω καπνό, στη πλευρά της Λ. Μαραθώνος. Μου πήρε λίγο χρόνο να σκεφτώ τι θα κάνω, ήμουν αγουροξυπνημένος. Είπα να φύγουμε. Ξεκινήσαμε να ετοιμαζόμαστε. Το παιδί το αφήσαμε να ξυπνήσει τελευταίο. Ως τότε δεν είχαμε ακούσει κάτι που να δηλώνει πυρκαγιά. Περιπολικό, σειρήνα, καμπάνα ή κάποια ανακοίνωση, ούτε καν στην τηλεόραση. Παρ’ όλα αυτά, αρχίσαμε γρήγορα να φορτώνουμε. Είδα μια κίνηση στην Περικλέους εκείνη τη στιγμή. Ωστόσο, τίποτα δεν μπορούσε να μας δώσει να καταλάβουμε τη σοβαρότητα της κατάστασης. Λίγο πριν βγούμε από το σπίτι βλέπουμε ότι διακόπτεται το ρεύμα. Η γυναίκα μου, μου είπε είναι φωτιά, πάρε και μια πετσέτα μαζί σου. Πήγα στο σπίτι του φίλου μου να του παραδώσω το κλειδί. Ούτε και εκείνος είχε καταλάβει».

Συνεχίζοντας ο μάρτυρας ανέφερε πως όταν πια βρίσκονταν στο αυτοκίνητό του με την οικογένεια του και συγκεκριμένα στη Λ. Ποσειδώνος η φωτιά βρίσκονταν 200 μέτρα πιο πάνω. «Όπως ήμασταν μέσα στο αυτοκίνητο νιώθω κάψιμο από τη δεξιά μου πλευρά. Η φωτιά μας είχε αρπάξει. 10 μέτρα ύψος είχαν οι φλόγες. Η δεξιά μου πλευρά είχε βράσει, τα αυτιά μου, τα χείλη μου. Πάγωσα. Κάποια στιγμή φωνάζοντας η γυναίκα μου, μου είπε: «Το παιδί, το παιδί». Έβγαλα το παιδί από το κάθισμα και το τύλιξα με τη πετσέτα. Άνοιξα τη πόρτα για να βγούμε. Είδα έναν άλλο άνθρωπο να βρίσκεται μέσα στο αυτοκίνητό του και εγώ να τρέχω με όλη μου τη δύναμη προς τη θάλασσα με το παιδί. Η ορατότητα που είχε ήταν γύρω στα 5 – 6 μέτρα», είπε ο μάρτυρας και συνέχισε: «Τα αυτοκίνητα είχανε έρθει το ένα πίσω από το άλλο. Κόσμος περπατούσε γύρω μου τρέχοντας. Άλλοι είχανε μείνει μέσα στα αμάξια. Τρέχοντας προς τα κάτω βρήκα δυο αδιέξοδα. Προχώρησα σε ένα διάδρομο με τις φωτιές πάνω μας. Τα εγκαύματα μου ήταν στα χέρια και τα πόδια από καιόμενα κλαδιά. Έαν είχαν πέσει και πάνω στο κεφάλι μου, είναι σίγουρο ότι θα πέθαινα επί τόπου με το παιδί. Βρήκα μια ηλικιωμένη κυρία που δεν ξέρω αν κατάφερε να φτάσει στη θάλασσα. Και όλο αυτά 50 μέτρα από τη παραλία».

«Καιγόντουσαν μέσα στη θάλασσα»

Στη συνέχεια, ο μάρτυρας περιέγραψε όσα αντίκρισε, όταν πια έφτασε στη θάλασσα με το παιδί του. Είπε χαρακτηριστικά: «Δεν μπορούσα να αναπνεύσω, ή θερμοκρασία ήταν σίγουρα 50 βαθμοί. Φτάνω στη θάλασσα και με τη κουβέρτα που είχα τύλιξα το παιδί μου – κάηκε από τις κάφτρες σε πολλά σημεία – είχαμε την πετσέτα σαν σκεπή για τις κάφτες. Άλλοι που δεν είχανε πετσέτα καιγόντουσαν μέσα στη θάλασσα. Δεν είναι υπερβολή αυτό που σας λέω. Αυτό έγινε 7: 40 μ.μ.. Μείναμε στη θάλασσα μέχρι τις 8:30. Αυτό που ακούγαμε και βλέπαμε ήταν πυρκαγιά, αέρας, εκρήξεις. Κυριολεκτικά ένιωθα ότι βρισκόμουν σε πόλεμο. Και εγώ μέσα στο νερό με το παιδί. Κάποια στιγμή έρχεται ο φίλος μου, ο συνάδελφός μου, δίπλα του ήταν η μητέρα του. Άρχισα να ρωτάω που είναι η γυναίκα μου. Είχε σχεδόν βραδιάσει και αποφασίζω να τη ψάξω. Αφήνω το παιδί μου με τη μητέρα του συναδέλφου μου».

Ακολούθως, ο μάρτυρας συγκινημένος κατέθεσε για τις στιγμές που εντόπισε απανθρακωμένη τη σύζυγό του, μέσα στο αυτοκίνητό τους. Είπε χαρακτηριστικά: «Ανέβηκα στη στεριά, ρώταγα αλλά δεν την έβρισκα. Στη θάλασσα δεν υπήρχε τίποτα άλλο από ανθρώπους που κοίταγαν να σωθούν. Δεν υπήρχε κανείς, ούτε το λιμενικό. Παρά μόνο κάποια στιγμή, κάποιες βαρκούλες είδα που προσπαθούσαν να πάρουν κάποιους ανθρώπους. Πήρα το ίδιο μονοπάτι που πέρασα για να σωθώ, το πήρα για να πάω στη Ποσειδώνος. Και αυτό που είδα ήταν αυτοκίνητα να καίγονται και δέντρα. Πήγα προς το αυτοκίνητό μας. Όσο περπατούσα έβλεπα τα πάντα καμένα. Όταν έφτασα στο αυτοκίνητο βρήκα ένα κουφάρι, ένα απανθρακωμένο πράγμα. Δεν μπορούσα να πιστέψω, ότι ήταν η γυναίκα μου αυτή…. Αφού δεν πίστευα ότι ήταν το αυτοκίνητό μου αυτό που έβλεπα και κοίταξα την πινακίδα… Πήγα στη θάλασσα φοβόμουν για το παιδί. Έμεινα εκεί μέχρι τις 8:30 που ήρθαν οι διασώστες. Άρχισαν να βγάζουν σιγά – σιγά τον κόσμο και μας πήγαν σε ξενοδοχείο. Στο δρόμο είδα ανθρώπους καμένους, νεκρούς,. ….».

Ολοκληρώνοντας την κατάθεση του, ο μάρτυρας χειροκροτήθηκε από τα ακροατήριο. «Θέλω να σας πω ότι εγώ και η οικογένεια μου ήμασταν 180 μέτρα από τη θάλασσα. Η φωτιά μας έκαψε 2,5 ώρες μετά την έναρξή της. Και θέλω να καταλάβετε ότι αυτός ο χρόνος δεν ήταν αρκετός για να σωθούμε. Δεν θεωρώ ότι σωθήκαμε εγώ και το παιδί μου. Καήκαμε. Σας μιλώ γιατί σωθήκαμε κατά τύχη 180 μέτρα από τη θάλασσα, γιατί αποφασίσαμε μόνοι μας πως θα διαφύγουμε. Γιατί δεν βρέθηκε κανείς να μας ειδοποιήσει. Ο καθένας ήθελε να σώσει τον εαυτό του. Και όσοι καήκαν ήταν γιατί δεν είχαν επιλογή» είπε ο μάρτυρας για να προσθέσει: «Δεν μπορώ να δεχτώ ότι η Πολιτεία, ασχέτως παραγόντων που οδήγησαν σε αυτή τη πυρκαγιά, δεν είχε τις επαρκείς γνώσεις για να μας προστατέψει. Είμαι αγανακτισμένος, νευριασμένος για αυτό που έγινε. Δεν μπορώ να βρω δικαιολογία. Εγώ για την οικογένειά μου έπρεπε να αποφασίσω σε δευτερόλεπτα. Και αυτοί είχαν να αποφασίσουν ώρες. Άλλοι πνιγήκαν μέσα στη θάλασσα. Που ζούμε; Από τύχη γλυτώσαμε εγώ και το παιδί μου. Και αυτή τη στιγμή είμαστε αντιμέτωποι με τα ψυχολογικά μας και τις συνεχείς αστοχίες της Πολιτείας να προστατέψει τη ζωή των πολιτών. Το είδαμε και με το παιδί στις Σέρρες….».

Καταθέτοντας νωρίτερα, στο ακροατήριο ο μάρτυρας Jaroslaw Korzenioski από την Πολωνία είπε: «Ήρθαμε να περάσουμε με ασφάλεια όμορφες διακοπές στην Ελλάδα. Όλα ήταν καλά μέχρι τις 23 Ιουλίου. Είδαμε πυκνούς καπνούς και δυνατό αέρα. Είδαμε ένα ελικόπτερο. Ρωτούσαμε αν όλα είναι καλά. Οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου μας καθησύχασαν ότι δεν είναι μεγάλη φωτιά. Ανεβήκαμε στον πρώτο όροφο. Από μακριά είδα φωτιά και μαύρους καπνούς κοντά στο ξενοδοχείο και διαμαρτυρήθηκα στη ρεσεψιόν. Τότε οι υπάλληλοι μας είπαν να φύγουμε. Αμέσως πήγαμε στα δωμάτιά μας για να πάρουμε παπούτσια και πράγματα. Εκείνη τη στιγμή είδα νερό να τρέχει στο ξενοδοχείο. Είπα στη σύζυγο μου να πάρει το παιδί και να πάει στην πισίνα, εγώ πήγα στο δωμάτιο να πάρω διαβατήρια. Κατέβηκα και μου είπαν ότι τους έδιωξαν όλους προς Ραφήνα».
Συνεχίζοντας ο ίδιος μάρτυρας περιέγραψε: «Άρχισα να τρέχω και να ψάχνω τη γυναίκα μου και το παιδί. Η κατάσταση ήταν τρομερή. Είδα σε μια βάρκα τη γυναίκα και το παιδί. Νόμιζα ήταν οργανωμένη διάσωση. Η σύζυγος μου φώναζε να πάω και εγώ πάνω στη βάρκα. Ήταν πολλά άτομα φοβόμουν να μπω και εγώ. Τους είπα πηγαίνετε εσείς και εγώ θα τα καταφέρω. Ήμουν σίγουρος πως θα σωθεί. Έπαιρνα το τουριστικό γραφείο να μάθω αν είχαν σωθεί, αν ήταν στη βάρκα. Μου τηλεφώνησε ο αδερφός μου από Πολωνία και μου είπε ότι η σύζυγος μου του είπε ότι ήταν στη βάρκα με το παιδί και ρωτούσε για μένα. Είπα στον αδερφό μου να της πει να σωθούν και να μην σκέφτεται εμένα. Μου είπε ότι ξαναμίλησε και του είπε ότι δεν είχε άλλη μπαταρία. Όταν τελείωσε η φωτιά γυρίσαμε στο ξενοδοχείο. Καμία βοήθεια. Παρατήρησα κάτι πυροσβέστες και τους είπα για την γυναίκα μου. Τους ακολούθησα».

«Οι μαύροι σάκοι…»

Ακολούθως, ο μάρτυρας ανέφερε στο δικαστήριο το πως έμαθε ότι η οικογένεια του δεν τα κατάφερε γιατί η βάρκα αναποδογύρισε και πνίγηκαν. Είπε χαρακτηριστικά: «… Πήγαμε στη Ραφήνα, στο λιμεναρχείο. Με φώναξαν και με ρώτησαν αν φορούσε κάτι στο λαιμό του το παιδί. Κατάλαβα ότι τους είχαν βρει. Σε ένα μικρό κτίριο υπήρχαν 4 μαύροι σάκοι. Στον πρώτο ήταν ο γιος μου και στο τέταρτο η σύζυγός μου. Αυτή η τραγωδία δεν θα είχε συμβεί αν λειτουργούσαν οι υπηρεσίες. Κανείς δεν έκανε τίποτα. Πιστεύω ότι θα αποδοθεί Δικαιοσύνη. Από τότε η ζωή μου έχει τελειώσει όπως και όλων εδώ. Σας παρακαλώ πολύ για την απονομή Δικαιοσύνης, παίρνω χάπια, δεν μπορώ να ζήσω».

Η δίκη θα συνεχιστεί αύριο.

.

Πηγή: Protothema.gr

  

ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ:      ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ: